Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO), ο αριθμός των «τυφλών» που υπολογίζoνταν to 2004 σε 39 εκατομμύρια (82% άνω των 50 ετών), ενώ 6 φορές μεγαλύτερος (246 εκατομμύρια) είναι ο αριθμός των ανθρώπων με διαταραχές στην όραση βαριάς ή ήπιας μορφής (63% των οποίων άνω των 50 ετών), οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως ασθενείς με χαμηλή όραση.

Ο όρος «χαμηλή όραση» δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη πάθηση και δεν ταυτίζεται με την «τυφλότητα»: το «χαμηλή» σημαίνει ότι η όραση αυτών των ασθενών είναι χαμηλότερη της φυσιολογικής ενώ το «όραση» προσδιορίζει οτι αυτοί οι ασθενείς με «χαμηλή όραση» δεν είναι τυφλοί. H απώλεια της όρασης είναι συνήθως προοδευτική και πλήττει μια μεγάλη κατηγορία συνανθρώπων μας, όχι μόνο άτομα τρίτης ηλικίας, αλλά επίσης ανθρώπους σε παραγωγική ηλικία ακόμα και νεαρούς που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Δυστυχώς ο όρος «νομική τύφλωση», που περιγράφει τους ασθενείς με χαμηλή όραση, που δικαιούνται επιδόματα και άλλες παροχές, έχει οδηγήσει στην παρερμηνεία της κατάστασής τους από την κοινή γνώμη, θεωρώντας τους ως ανθρώπους «βυθισμένους στο σκοτάδι».

Τα κριτήρια «χαμηλής όρασης» διαφέρουν ανάλογα με το νομικό πλαίσιο του κάθε κράτους: ως άτομα με χαμηλή όραση θεωρούνται εκείνα που έχουν βέλτιστη οπτική οξύτητα χαμηλότερη από 3/10 ή 4/10 (δηλαδή τουλάχιστον 70% ελάττωση της φυσιολογικής όρασης), ή/και οπτικό πεδίο μικρότερο των 20ο

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε τη σχετική δημοσίευση στο health.in.gr

Για την αποκατάσταση της χαμηλής όρασης χρησιμοποιούνται ειδικά βοηθήματα.