Mυωπία

Στη Μυωπία η ευκρίνεια για μακρινά αντικείμενα είναι σημαντικά μειωμένη ενώ η κοντινή όραση συνήθως δεν επηρεάζεται.

Αυτό συμβαίνει όταν το μήκος του οφθαλμού είναι μεγαλύτερο από το φυσιολογικό (αξονική μυωπία) ή πιο συχνά όταν η διαθλαστική ισχύ του οφθαλμού δεν συσχετίζεται με το αξονικό του μήκος (μυωπία συσχέτισης).

Η εμφάνιση της μυωπίας μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικούς παράγοντες, ενώ η εξέλιξή της μπορεί να επηρεαστεί από την έντονη κοντινή εργασία και από πιθανή αποχή από δραστηριότητες εκτός σπιτιού. Για παράδειγμα, ένα παιδί με δύο γονείς μύωπες έχει 8 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να έχει μυωπία από ένα παιδί που δεν έχει μυωπικούς γονείς. Όποια και να είναι η αιτία, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: σχηματισμός ειδώλου μπροστά από τον αμφιβληστροειδή – θολό είδωλο στο επίπεδο του αμφιβληστροειδή.

Η διόρθωσή της μυωπίας γίνεται με φακούς (οφθαλμικούς ή φακούς επαφής) αρνητικής δύναμης, οι οποίοι μειώνουν τη συνολική διαθλαστική ισχύ του οφθαλμού, εστιάζοντας το είδωλο στον αμφιβληστροειδή.

Υπερμετρωπία

Στην Υπερμετρωπία η ευκρίνεια θεωρητικά επηρεάζεται περισσότερο για τα κοντινά αντικείμενα σε σχέση με τα μακρινά αντικείμενα.

Αυτό συμβαίνει όταν το μήκος του ματιού είναι μικρότερο από το φυσιολογικό (αξονική υπερμετρωπία) ή πιο συχνά όταν οι διαθλαστική ισχύ του οφθαλμού δεν συσχετίεται με το αξονικό του μήκος (υπερμετρωπία συσχέτισης), με αποτέλεσμα τα είδωλα να εστιάζονται πίσω από τον αμφιβληστροειδή.

Η υπερμετρωπία  συχνά παρατηρείται σε μωρά και μικρής ηλικίας παιδιά, πριν την ολοκλήρωση του μηχανισμού εμμετροποίησης. Με την αύξηση της ηλικίας και κατ’ επέκταση την αύξηση του μήκους των οφθαλμών, η υπερμετρωπία μειώνεται και είναι πιθανόν να αναστραφεί σε μυωπία. Επίσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι νεαροί οφθαλμοί έχουν μεγάλα αποθέματα προσαρμογής (αύξησης της διαθλαστικής δύναμης του  φακού οφθαλμού) με αποτέλεσμα «μικρό» υπερμετρωπικό σφάλμα να αντισταθμίζεται (να «κρύβεται) και να ΜΗΝ επηρεάζεται η όραση του υπερμέτρωπα σε μικρές ηλικίες. Τα συμπτώματα μη-ευκρινούς όρασης γίνονται αισθητά μόνον όταν απωλεσθεί μεγάλο μέρος της προσαρμοστικής ικανότητας, γεγονός που επίσης οδηγεί στην πρεσβυωπία. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα συμπτώματα γίνονται εμφανή πρώτα για κοντινές και μετά για ενδιάμεσες και μακρινές αποστάσεις. Η υπερμετρωπία σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να διορθώνεται σε μικρές ηλικίες για την αποφυγή της αμβλυωπίας (μειωμένης όρασης στον ένα ή και στους δύο οφθαλμούς) και προβλημάτων στην σύγκλισή τους.

Η διόρθωσή της υπερμετρωπίας γίνεται με φακούς (οφθαλμικούς ή φακούς επαφής) θετικής δύναμης, οι οποίοι αυξάνουν τη συνολική διαθλαστική ισχύ του οφθαλμού έτσι ώστε να επιτευχθεί η ιδανική εστίαση στο επίπεδο του αμφιβληστροειδή.